Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Βραβείο (αντι)ποίησης

(Για την καινούρια χρονιά θα σπάσω έστω προσωρινά τους κανόνες του blog δυσαρεστώντας τους περισσότερους από τους αναγνώστες μου: Το κείμενο που ακολουθεί είναι λογοτεχνικό από έναν εξαιρετικό διανοητή και συγγραφέα. Σκέφτηκα να παίξω λίγο με αυτό αλλά μονάχα μερικές πινελιές έβαλα στην αρχή- το κείμενο απορρόφησε κάθε πρόθεση παιχνιδίσματος- δεν μπορούσα να το κάνω καλύτερο από ότι ήδη είναι.

-Γιατί να το διαβάσετε; Γιατί η ιστορία που περιγράφεται είναι πραγματική (μονάχα τα ονόματα έχει αλλάξει ο Otto) και περιγράφει με ένα μοναδικό τρόπο, τον πιο εύγλωτο που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ, την παρακμή των λογοτεχνικών χώρων και ιδιαίτερα της ποίησης. Αυτό συνέβει όταν ο το ελληνικό όνειρο του δημοσιουπαλληλισμού συνάντησε το αμερικάνικο όνειρο του "μπορείς να γίνεις ότι μπορείς να φανταστείς" σε μια χώρα που είσαι ότι δηλώσεις. Έτσι οι πλούσιοι δηλώνουν φτωχοί και οι άτεχνοι καλλιτέχνες. Αν έχεις κλίκα διάβαινε...  

Απολαύστε χωρίς φόβο και πάθος ένα αποκαλυπτικότατο με τον ιδιαίτερο τρόπο του κείμενο.

Και μη χειρότερη χρονιά να έχουμε - λέμε τώρα...)



Βραβείο (αντι)ποίησης

Του Otto The Great Chaos (μη γελιέστε, ξαναγεννημένος Έλληνας είναι)



Από βραδύς είχε πιάσει το ψιλόβροχο, ο ουρανός είχε πιάσει την αγιαστούρα του και έριχνε στα τυφλά μες στη παχιά ομίχλη, να φορτίσει την ολάπαλη μούχλα που αγκαλιάζει σα σάλι γριάς τη Σαλονίκη, το ενοχλητικό και συνάμα τόσο γοητευτικό αξάν του μικροκλιματικού της ταμπεραμέντου. Μεσάνυχτα έπιασε να φυσά ένα αργό, θλιβερό, τσουχτερό βορειοδυτικό στοιχειό, σβουρίζοντας τ’ αγιάζι από παράθυρο σε παράθυρο, χωρίς όμως να ‘χει το επιβάλλον να σαλαγήσει τα σύννεφα, που ‘χαν σταθεί με την απορριπτική ματιά τους στυλωμένη πάνω απ’ την πόλη, να επιτιμούν βλοσυρά το βαυκαλισμένο της ραχάτι, ανάμεσα στο ξεμούστωμα μιας ξέφρενης γιορτής που ‘φευγε και τη φιλήδονη προσμονή για μια ακόμα πιο ξέσαλη που ‘ρχόταν. Ξημέρωσε παραμονή Πρωτοχρονιάς…

Ξύπνησα αργά, ράθυμα, με μια διάθεση βαριά, δυσκίνητος σα νταλίκα σε καντούνι. Άνοιξα το στόρι να μπει στο δωμάτιο το φως της μέρας μα μέχρι εκείνο να μπει μέσα είχε πάθει διάσειση χτυπώντας από ντουβάρι σε ντουβάρι και αντί να λάμψει έδωκε κάτι χρώματα γκρίζα σαν το τσιμέντο γέρικης πολυκατοικίας. Μέχρι και το φως είχε γίνει σκιά του εαυτού του. Έσουρα το μολυβένιο μου καύκαλο μέχρι την κουζίνα, έκαμα να πιάσω το μπρίκι. Το μετάνιωσα κι έσβησα το μάτι. Άφησα κάτω και το τηλεκοντρόλ που ‘χα μηχανικά κι ανύποπτα γραπώσει, προτού ν’ ανοίξω το χαζοκούτι. Προκειμένου, σκέφτηκα, να ρουφάω το μαυροζούμι σαν το μοσχάρι μονάχος μου, παρέα με εικονικά ομιλούντα κεφάλια, κάλλιο να πάω να βρω κάποιον ν’ ανταλλάξω δυο κουβέντες – ας είναι και για ποδόσφαιρο, αν και δεν πολυσκαμπάζω – να πιω έναν καφέ σαν άνθρωπος. «Καλημέρα» είπα μεγαλόφωνα, μόνο και μόνο για ν’ ακούσω τη φωνή μου, όμως αυτό που βγήκε απ’ το λαρύγγι μου ήταν πνιγμένο και βραχνό,  σαν να ‘ταν κάποιου άλλου η φωνή. Η σκιά της φωνής μου. «Γαμώ τον Άδη μου», είπα καθαρίζοντας το λαιμό μου απ’ τα φλέματα, αψευδείς μάρτυρες απονύχτερων καταχρήσεων.  Ακούστηκα κάπως σαν να ‘μουν εγώ…

Καβάλησα τ’ αμάξι και κατευθύνθηκα προς το κέντρο, ίσια για το καφενείο του Γιάννη, ενός γείτονα που έμενε στην απέναντι απ’ το σπίτι μου οικοδομή. Βρισκόταν μερικά τετράγωνα μακριά απ’ τη δουλειά μου κι έτσι είχα πάρει τη συνήθεια να στέκομαι για λίγο, πριν ή μετά το μεροκάματο, για έναν καφέ και λίγη ελαφρά κουβεντούλα επί παντός επιστητού. Ακόμα κι αν δεν έβρισκα κείνη τη μέρα κάποιον απ’ τους συνήθεις αργόσχολους συνομιλητές μου, τουλάχιστον θα μπορούσα ν’ ανταλλάξω δυο λέξεις με τον ιδιοκτήτη.  Μπήκα, κάθισα σ’ ένα σκαμπό στο βαρύ ξύλινο μπαρ, χαιρέτησα το Γιάννη και παράγγειλα τον καφέ μου, βγάζοντας πάνω στον πάγκο το πακέτο με τα τσιγάρα να το ‘χω πρόχειρο. Κοίταξα γύρω τους ελάχιστους θαμώνες, που - όπως εγώ - δεν είχαν χρήμα ή διάθεση να εφορμήσουν στην αγορά, ούτε κάποιο ρεβεγιόν να προετοιμάσουν. Στην πιο άδεια γωνιά του μαγαζιού, είδα να κάθεται μονάχος, χαμένος στις σκέψεις του, ο δευτεροξάδελφός μου ο Ιάσονας…

Ήταν απ’ τους τελευταίους συγγενείς, που έχουν το ίδιο επίθετο με μένα σε τούτη την πόλη. Γύρω στα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου,  τον θυμόμουν απ’ την παιδική μου ηλικία, όταν δούλευε για ένα φεγγάρι μαζί με τον πατέρα μου κι εκείνος κάμποσες φορές τον έφερε σπίτι για φαγητό. Είχα να τον δω από τότε, μέχρι που τόνε πέτυχα ξανά σε τούτο τον καφενέ, λίγους μήνες νωρίτερα. Τότε όμως έμαθα απ’ τη μάνα μου, ότι ο Ιάσωνας είχε περάσει μικρός μηνιγγίτιδα, που του δημιούργησε κάμποσες νευρολογικές διαταραχές, ή όπως θα έλεγε η καλή γιαγιά μου, του άφησε κουσούρι.  Κάποιο μεσημέρι, λίγες μόλις μέρες πρωτύτερα, είχαμε με το Γιάννη την αθιβολή του. «Πώς είναι ο Ιάσωνας τώρα;», τον ρώτησα. «Καλά είναι», μου ‘πε και συμπλήρωσε με αλεπουδίσιο χαμόγελο «…δεν παίρνει τώρα πια πολλά χάπια», τονίζοντας το «πολλά» με τρόπο αρκετά παραστατικό. 

Να λοιπόν με ποιον θα ‘πινα τον καφέ μου παρέα. Τον συμπαθούσα έτσι κι αλλιώς, κι αν ήταν κομματάκι κουζουλός, χρειαζόμουν μια απόδραση απ’ τη βαρυθυμία που με είχε καλημερίσει κείνο το πρωινό σα δεκάτονο σφυρί κατάστηθα. Δεν ήταν άλλωστε ο μόνος εκεί γύρω που ‘χε το κουσουράκι του, με πρώτη και καλύτερη την αφεντιά μου αυτοπροσώπως. Πήρα τα συμπράγκαλα και μεταφέρθηκα δίπλα του, γεμίζοντας λιγάκι την άδεια γωνιά του καταστήματος με το μπόι μου. Ξαφνίστηκε λίγο, καθώς αποσπάστηκε απ’ τις σκέψεις του κι έδειξε χαρούμενος που με είδε· μάλλον έψαχνε, σκέφτηκα, κι αυτός για συντροφιά.

Ανάψαμε τσιγάρο και πιάσαμε την ψιλοκουβέντα. Τον ρώτησα τι ήταν εκείνο που τον είχε βυθίσει σε τόσο βαθύγνωμες σκέψεις. «Α, δεν το ξέρεις, γράφω ποιήματα, είμαι ποιητής» μου απάντησε κείνος όλος καμάρι. «Έχω εκδώσει και μια συλλογή, θέλεις ν’ ακούσεις ένα απόσπασμα;». «Ωχ έμπλεξα», δαγκώθηκα από μέσα μου, όμως σε μια δεύτερη σκέψη είπα πως δεν υπάρχει κανένας τρόπος να κρίνεις τα ποιήματα καποιανού, μόνο και μόνο απ’ τη φάτσα του. Τόσοι και τόσοι μεγάλοι καλλιτέχνες ήταν νευρασθενείς, γιατί ν’ αδικήσω τον ξάδελφο; «Ρίξ’ το», του απάντησα εύθυμα.  Χαρούμενος που βρήκε πρόθυμο ακροατή, πήρε ονειροπόλο ύφος, στύλωσε το βλέμμα του σε μια κολώνα απέναντι, κάπου ψηλά, κι άρχισε ν’ απαγγέλει με περίσσιο πάθος. Η ποίηση είναι παράξενο πράμα, με μια λεπτοφυή, φευγαλέα φύση, τόσο αραχνοΰφαντη που μερικές φορές τη βλέπεις, ενώ κάποιες άλλες όχι, ανάλογα με την οπτική γωνία της ματιάς σου. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο ανοιχτόμυαλος μπορούσα, όμως τούτο δεν ωφέλησε. Η ποίηση του Ιάσωνα ήταν στην καλύτερη περίπτωση παιδαριώδης, σαν τα στιχάκια που γράφαμε πιτσιρικάδες στο σχολείο με την τσακαλοπαρέα. Τίποτα παραπάνω, δυστυχώς και για κείνον και για μένα...

Ήταν όμως τέτοια η ζέση που ‘βγαινε απ’ τα στήθη του, υγρά τα μάτια του και παλλόμενα τα χείλη του, που μ’ έκαμε να νιώσω ότι για τον ίδιο, τούτο ήταν πολύ σημαντικό, ίσως και το μόνο που τον συγκινούσε βαθιά κι έδινε αξία στην άχαρη ύπαρξή του. Απάγγελνε πάντως δίχως στόμφο, με συναίσθημα, το ζούσε. Ίσως αυτός, σκέφτηκα, να ‘ταν ο λόγος που δεν έπαιρνε πια «πολλά» χάπια. Δεν τον διέκοψα το λοιπόν και ρούφηξα τον καφέ μου σιωπηλά, ακούγοντάς τον με προσποιητό ενδιαφέρον, ενώ έπινα το τσιγάρο μου δήθεν βαθυστόχαστα…

Ίσως να το κατάλαβε, ίσως και να κουράστηκε ο ίδιος απ’ την κατάνυξη της απαγγελίας, πάντως μετά το τρίτο ποίημα σταμάτησε ευτυχώς από μόνος του.  «Έχω στείλει κάνα δυο και σε κάποιον διαγωνισμό ποίησης, πώς σου φάνηκαν;» ρώτησε κατεβάζοντας σεμνά το βλέμμα. «Πολύ ωραία, γουστάρω» τον καλόπιασα.
«Θέλω πολύ να κερδίσω τούτο το βραβείο, μακάρι και τρισμακάρι, δεν βλέπω να ‘χω όμως πιθανότητες» συνέχισε κείνος με ματιά ονειροπόλα.
«Φυσικά έχεις ρε Ιάσωνα, απόψε είναι η νύχτα των ευχών έτσι κι αλλιώς, ό,τι ευχηθείς μπορείς να το’ χεις» τον σιγοντάρισα εγώ, λίγο μπαμπέσικα το παραδέχομαι, όμως δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω μέρα που ήταν. Και τι θα κέρδιζε δηλαδή ο κόσμος, η τέχνη ή η αλήθεια, εάν εγώ προγκούσα τον πτωχό τω πνεύματι, τον ονειροπόλο κουζουλό, αν του χαλούσα τ’ όνειρο; «Ποιος σου εξέδωσε τη συλλογή;» τον πρόφτασα πριν αρχίσει ν’ απαγγέλει το τέταρτο και ποιος ξέρει πόσα ακόμα. «Α, μόνος μου έκανα την έκδοση κι ας μην είχα μία. Ένα χρόνο μάζευα, μάζευα, απόταζα, έσφιξα το ζωνάρι μέχρι την τελευταία τρύπα, ωσότου να κάμω μπαγιόκο», απάντησε κείνος με το πρόσωπό του να φεγγοβολά από ειλικρινή περηφάνια και χαλάλι όλη η πείνα που τράβηξε, παράπονο κανένα. Συγκινήθηκα είν’ η αλήθεια, από τόση προσήλωση, τόσο αίσθημα, τόση αυταπάρνηση, ακόμα και με τόσο λίγο ταλέντο.

~~~~{}~~~~

Δεν έκρινα σκόπιμο να του πω πως κι εγώ έγραφα ποιήματα, από πολλά χρόνια. Ουδέποτε είχα δει τον εαυτό μου ως ποιητή, παρά πιότερο σα στιχοπλόκο. Οι στίχοι μου ήτανε φτιαγμένοι για να εκφράζουν το δικό μου σώψυχο και ποσώς δε μ’ έκοφτε να τους δει άλλος κανένας. Κάποτε κάποιος τους διάβασε, του άρεσαν, μου ζήτησε αντίγραφα κι ύστερα φτάσανε σιγά σιγά να τους διαβάσουνε καμιά πενηνταριά ως εκατό νομάτοι, το μυστικό μου κοινό, ο κύκλος των χαμένων αναγνωστών ενός αγέννητου ποιητή… 

Ήταν όμως και το άλλο. Δεν ξέρω πώς ήταν οι παλιοί οι ποιητάδες και τι γνώμη θα ‘βγαζα για δαύτους, αν τους είχα γνωρίσει δια ζώσης, όμως στη δική μου εποχή ο κάθε πικραμένος είχε δηλώσει ποιητής, κι όποιον γνώρισα από κοντά μου ‘χε φανεί ανάξιος λόγου ή στην καλύτερη περίπτωση γραφικός, για να το πω με λόγια απλά. Δε θέλησα λοιπόν να εμπλακώ με κείνο το χώρο, δεν ένιωθα πως είχε κάτι να μου προσφέρει, ούτε κάποια εσωτερική μου ανάγκη να καλύψει. Έτσι κι αλλιώς το ύφος του ποιητή, κείνο του λεπτεπίλεπτου, φθισικού κι υπερευαίσθητου καλλιτέχνη, δεν μου πήγαινε καθόλου μα την αλήθεια. Άσε που στην προκειμένη περίπτωση δεν είχα καμία όρεξη να βρεθώ κι εγώ ν’ απαγγέλω ποιήματα μέσα στον καφενέ, θωρώντας σα χάχας το κιονόκρανο  - Χριστός κι Απόστολος - αρκετά ρεζίλι είχα γίνει την προηγούμενη, που τα ‘χα κοπανήσει κι έπιασα να χορεύω σόουλ λατινοαρκουδιάρικο, καταμεσής στο μπαράκι όπου συναγέλαζα το απελπισμένα εύθυμο τομάρι μου, ανάμεσα σε άλλα, κάθε λογής αβάσταγα σαρκία…

Εκμεταλλεύτηκα τη χαρά και την ευφορία του ξάδελφου, για να τον πιάσω στον ύπνο και να τραβήξω τη συζήτηση σε μονοπάτια που ‘ξερα ότι θα μας αποσπούσαν απ’ την επικίνδυνη ατραπό της εκ του προχείρου ποίησης. Έντεχνα η κουβέντα έφτασε στο σόι μας, του οποίου ήμασταν οι τελευταίοι ευγενείς απόγονοι, στην κρητική μας καταγωγή και στην εμπλοκή του εκεί κλάδου της φύτρας μας σε μια βεντέτα που ακόμα κρατούσε κι όπου παραλίγο να μπλεχτώ από σπόντα και του λόγου μου. Το τέχνασμα πέτυχε κι ο ποιητικός οίστρος σκόρπισε, ανάμεσα στις οικογενειακές ιστορίες και τα στιγμιότυπα άλλων εποχών. Αναπόφευκτα η κουβέντα έφτασε και στον μπάρμπα Μανιό, τον παππού μου και μπάρμπα του Ιάσωνα…

~~~~{}~~~~

Κείνος πάλι δεν ήταν όποιος κι όποιος, αλλά μια ξεχωριστή φυσιογνωμία, που ασκούσε γοητεία, παράξενη κι αφεύγατη, σ’ όσους τόνε γνώρισαν. Πολεμιστής, ταξιδευτής, αλέγκρος και μποέμης, αζάπης, ασίκης και κατακτητής, εραστής της περιπέτειας, μυημένος στην ανατολίτικη σοφία και στους σούφικους τεκέδες, μέγας παραμυθάς κι αφηγητής πλανευτικός, που ρουφούσε θαρρείς ηδονικά και γευόταν την αναπόσπαστη προσοχή του ακροατή του, προικισμένος με υπεράνθρωπη σωματική δύναμη, ένας άνθρωπος των θαυμάτων, σάμπως από μια ράτσα υψηλή και μυθική. Κι αν κείνη η ράτσα στ’ αληθινά υπήρχε, όλοι εμείς οι συγγενείς του, εκείνοι που μοιραζόμασταν κοινό γενετικό υλικό μ’ αυτόν, νιώθαμε πως κάτι απ’ τα ιδιαίτερά του χαρίσματα είχε περάσει και σε μας, φαντασιωνόμασταν πως είχαμε κι εμείς μέσα μας κάτι θαυμαστό, ότι κουβαλούσαμε το σπέρμα μιας ύπαρξης, που θα μπορούσε εν δυνάμει να υπερβεί τις ανούσιες, βαρετές κι ασήμαντες ζωές μας. Έτσι, σε κάθε μάζωξη του σογιού, όλοι είχαν να διηγηθούν από μια παράδοξη κι εκπληκτική του ιστορία, μια περιπέτεια, ένα σοφό απόφθεγμα· ο μύθος του παρέμεινε ζωντανός, πέρα απ’ τον φυσικό του θάνατο σε υπεραιωνόβια ηλικία.

Πάνω στην κουβέντα, άξαφνα ο Ιάσωνας πήρε πάλι κείνο το ύφος το φευγάτο, όπως όταν τον πρωτοσυνάντησα να δοκιέται τα ποιήματά του. Έπιασε τον συναισθηματικά φορτισμένο τόνο που ‘χε όταν απάγγελνε και μου ‘πε τηρώντας αψηλά: «Μανώλη, ο μπάρμπα Μανιός ήταν ο πάππος σου, έχεις τ’ όνομά του. Μακάρι να πάρεις και τη χάρη του».  «Δεν θέλω να γίνω πικρόχολος σήμερα, όμως τι χάρη να πάρω ρε Ιάσωνα, που μετά βίας τον γνώρισα τούτο τον άνθρωπο;» έκανα εγώ, όσο μπορούσα πιο καλόκαρδα. Με κοίταξε σα να του ‘κοψα τον ειρμό και χωρίς ν’ αλλάξει ύφος ή τόνο, συνέχισε: «Ο μπάρμπα Μανιός είχε πολλές γυναίκες, έκαμε πολλά παιδιά, περιπλανήθηκε, γλέντησε, ήταν μπεχλιβάνης, ήταν και φιλόσοφος·  ο πάππος σου ήταν ο Ζορμπάς, τι άλλο θέλεις;» «Τι λες δηλαδή, έχω πάρει τα γονίδια;», έκανα εγώ γελώντας. «Ε τότε κάτσε να σηκώσω το τραπέζι με τα δυο δάχτυλα…» Έπιασα το μαρμάρινο τραπέζι με τον αντίχειρα και τον δείχτη, κι έκαμα πως κοκκινίζω πασχίζοντας τάχα να το σηκώσω. «Βλέπεις; Σιγά ρε τα γονίδια!», είπα ξεφυσώντας. «Γονίδια δε γνωρίζω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο μπάρμπας πολύ σ’ εκτιμούσε του λόγου σου», μου αντιγύρισε ο Ιάσωνας με το φυσιολογικό του πια ύφος. «Μου ‘χε μιλήσει κάμποσες φορές για σένα».

Ομολογώ τούτο με ξάφνισε. Ποτέ δεν το ‘λπιζα πως ο γέρος θα είχε καλή άποψη για του λόγου μου, αφού μετά βίας με γνώριζε, τουλάχιστον  ύστερα απ’ την παιδική μου ηλικία. Φάνηκε στον τρόπο που τον κοίταξα κι ο Ιάσωνας χαμογέλασε κάπως παιδιάστικα.  «Περνούσα και τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια της ζωής του, πίναμε καφεδάκι. Κάνα χρόνο πριν πεθάνει σ’ ανέφερε τρεις τέσσερις φορές». «Και τι είπε δηλαδή;» «Ότι σου ‘χει υπόληψη κι ότι χαίρεται που πήρες τ’ όνομά του, ήταν για κείνον σοβαρό θέμα αυτό. Έλεγε πως ήταν σίγουρος ότι έχεις… ξέρεις, εκείνη τη σπίθα, που κάμει τον… Μάγο». «Δηλαδή πα’ να πει πως ο παππούς μου ήταν μάγος κι εγώ μαγόπουλο;» «Ο πάππος σου ήταν ο Ζορμπάς, δεν χρειάζεται να πω τιποτ’ άλλο!», έκαμε κι αποτραβήχτηκε στις σκέψεις του…

Κι εγώ, που βρισκόμουν αρπαγμένος απ’ τη δίνη της προσωπικής μου Κρίσης, έψαχνα από κάπου να κρατηθώ, να πιστέψω, να τυλιχτώ με μιαν ακρούλα αυτοεκτίμησης. Τα λόγια του Ιάσωνα άγγιξαν κάποια περίεργη χορδή μέσα μου, που τόξεψε τη διάθεσή μου σαν φλεγόμενο βέλος μεσούρανα. Ο παππούς μου ήταν ένας Μύθος, ένας Μάγος, ένας Ζορμπάς. Και τη μούρη μου τη θεωρούσε αντάξιά του, ήταν περήφανος για μένα.  Μπροστά στη δυσκολότερη επιλογή της ζωής μου, πάνω στην ώρα που το ‘χα πιότερο ανάγκη, μέσα απ’ το στόμα του Ιάσωνα, ο μπάρμπα Μανιός μου ψιθύρισε στ’ αυτί, με το χαμόγελο που έπαιρνε όταν σου ‘λεγε κάτι που ήξερε πως δεν θα το καταλάβαινες: «Μπορεί να ‘χεις μέσα σου κάτι απ’ το Ζορμπά…» Δεν είχα δει ποτέ τον εαυτό μου έτσι, ίσως τούτη να ‘ταν όμως η κατάλληλη στιγμή. Αυτή άλλωστε δεν είναι η Τέχνη ενός Μάγου, ο ίδιος ή το μήνυμά του να καταφτάνουν πάντοτε στη σωστή τους ώρα; 

Του ‘σφιξα το χέρι, του ευχήθηκα για το νέο έτος τα καλύτερα και σηκώθηκα εύθυμα να πληρώσω. «Κερνάω εγώ, θα τα ξαναπούμε φαντάζομαι», είπα καθώς έπαιρνα το μπουφάν μου και κινούσα για το ταμείο. Με χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα του χεριού και βυθίστηκε ξανά στον κόσμο του. Βγήκα απ’ το καφενείο και θα ‘λεγε κανείς ότι ξάφνου ανακαλύφτηκε η αντιβαρύτητα. Κείνο το δυσβάσταχτο πρωινιάτικο άχθος αρούρης, έδωσε τη θέση του σ’ ένα αίσθημα που έπλεε ψυχεδελικά στα ουράνια, σα μεθυσμένο Ζέπελιν. «Το λοιπόν δεν βγήκα καθόλου χαμένος, που ‘κατσα ν’ ακούσω την ποίηση του Ιάσωνα», είπα μέσα μου. Τα πρώτα του εντάξει, δε μου ‘λεγαν τίποτα, αλλά κείνα ήταν μονάχα το ζέσταμα. Το καλύτερο ποίημα του το ‘γραψε, όταν δεν προσπαθούσε πια να σκαρώσει ένα ποίημα, όταν το μυαλό του είχε αποσπαστεί απ’ το μόχθο. «Ο πάππος σου ήταν ο Ζορμπάς, τι άλλο θέλεις;» Όμως τούτο μ’ έκανε μένα τον ακροατή του, να ταυτιστώ,  να συμμετάσχω συναισθηματικά, με οδήγησε πάνω απ’ όλα στην κάθαρση. Τι περισσότερο δηλαδή θα μπορούσε να κάμει ένας ποιητής κι ένα ποίημα του;  Ίσως να υπάρχουν ποιήματα γραμμένα μοναχά για έναν άνθρωπο, έναν μοναδικό ακροατή ή αναγνώστη. Όμως και πάλι η Τέχνη επιτελεί τη νομοτέλειά της. Έπραξα σοφά που δεν βιάστηκα να τόνε χλευάσω…

 Αφού λοιπόν τούτο δω του το ποίημα ήταν γραμμένο για μένα ειδικά κι αφού είχε αναμφίβολα βρει το στόχο του, μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, του άξιζε κι ένα βραβείο προσωπικά απ’ την πλευρά μου. «Αγαπητέ κύριε Ιάσωνα Αντραλάκη, με χαρά σας απονέμω τον Βραβείον Ποιήσεως του Μεγάλου Χάους» είπα μεγαλόφωνα με κωμικό στόμφο, στο δρόμο για τ’ αμάξι. Άξαφνα ήξερα ποιο δρόμο ήθελα να πάρω κι αυτό με συδαύλιζε μ’ ένα αίσθημα δύναμης, χαράς κι εμπιστοσύνης, κόντρα σ’ όλες τις πιθανότητες. Σήκωσα το τηλέφωνο να κανονίσω για το βράδυ. Απόψε θα του ‘δινα να καταλάβει…

~~~~{}~~~~

Το Χάος Βυσσοδομεί

Ο κύριος Οδυσσέας σήκωσε το κεφάλι του απ’ τη στοίβα των γραπτών που γέμιζε το ναυτιλιακό του γραφείο κι αναστέναξε μ’ απόγνωση. Ήταν ίσως η πρώτη φορά, τώρα στα γεράματα, που μετάνιωνε γιατί εκτός από ναυτιλιακός πράκτορας ήταν επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Ποιητών Βόρειας Ελλάδας «ο Ιαπετός», μετάνιωνε ακόμα και που έγινε ο ίδιος ποιητής, που ‘χε γράψει έστω στη ζωή του έναν στίχο. Δεν ήξερε πως η Σαλονίκη των Ποιητών είχε μαζέψει τελευταία τόσα ψώνια της Μούσας. Τούτος ο διαγωνισμός ποίησης ήταν η χειρότερη ιδέα που ‘χε ποτέ. Η «κριτική επιτροπή» της οποίας η σύσταση ανακοινώθηκε, είχε δέκα μέλη, το εξής ένα: εκείνον τον ίδιο! Οι υπόλοιποι ήταν μέλη της Εταιρείας, που βαριόνταν ν’ ασχοληθούν κι έβαλαν απλά τ’ όνομά τους για μπούγιο. Όλα για τη δόξα γίνονται εξάλλου. Εκατοντάδες συμμετοχές, η μια χειρότερη απ’ την άλλη, απόκαμε πια. Τα προγούλια του έτρεμαν από ιερή αγανάκτηση. «Πώς κατάντησε έτσι η νέα γενιά, πού χάθηκε το ταλέντο;» Ξεφύσησε άλλη μια φορά και σταύρωσε τα μικρά του χέρια με τα χοντρά δάχτυλα, πάνω στη θολωτή κοιλιά του.  Τι να ‘καμε, έπρεπε να το υποστεί. Έπιασε τον επόμενο φάκελο και κοίταξε τ’ όνομα: Ιάσων Αντραλάκης. Κάτι του ‘λεγε τούτο τ’ όνομα. «Ρε Αντραλάκης δεν ήταν κείνος ο φίλος μου, που ‘χε την αποθήκη υφασμάτων στην Βαλαωρίτου;» είπε στον εαυτό του. «Έγραφε κι ο γιος του ποιήματα, μου είχε φέρει ο Ευθύμης να διαβάσω πεντέξι απ’ αυτά», θυμήθηκε. Του είχαν αρέσει όλα, είχε μάλιστα στείλει συγχαρητήρια στον νεαρό. Δεν θυμόταν ακριβώς το μικρό του, όμως το Ιάσων του φαινόταν εξόχως ποιητικό κι ερχόταν καράρι στην περίσταση. Πόσους δα ποιητές να ‘χει ένα σόι με τόσο σπάνιο επίθετο…

 Δεν το άνοιξε, δεν είχε κουράγιο να διαβάσει τίποτ’ άλλο για κείνη τη μέρα, ούτε για κείνο το μήνα καλύτερα. Ο νέος έγραφε καλά, κι ο κύριος Οδυσσέας έλπιζε ότι δεν είχε σκαρτέψει στην πορεία, ήταν σίγουρος δηλαδή. Μπροστά σε όσα είχε διαβάσει τώρα δα, δεν θα μπορούσε κείνος να τα ‘γραφε χειρότερα. «Στο κάτω κάτω, δικό μας παιδί, γιατί να μην το υποστηρίξουμε…» Ξεχώρισε τον φάκελο, έβαλε τους υπόλοιπους στα κουτιά τους κι επιτέλους ανάσανε. Η αγγαρεία είχε λάβει ένα τέλος, άντε γιατί είχε και δουλειές που ‘χε φορτώσει στον οιστρόλαλο κόκορα. Με τον φάκελο στο άλλο χέρι, σήκωσε το τηλέφωνο…

~~~~{}~~~~

Ο ήχος κλήσης του κινητού ολόλυξε μες στην απόλυτη σιωπή του μισοφώτιστου δωματίου, αποσπώντας με βίαια απ’ τη διαδικτυακή ψιλοκουβέντα που μ’ είχε απορροφήσει. Άπλωσα να το πιάσω κι έριξα μια ματιά στην οθόνη· ήταν ο πατέρας μου. «Έλα Μανωλιό, Ευθύμης εδώ», έκανε χαρούμενα, «τι μου γλυκοπικρογίνεσαι;». «Καλά ρε μπαμπά, τίποτε το συγκλονιστικό, εσύ;»  «Με πήρε τηλέφωνο ο φίλος μου ο κύριος Οδυσσέας – ξέρεις, ο ποιητής – και με ρωτούσε αν φχαριστήθηκες με το βραβείο ποίησης που κέρδισες» είπε χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει έναν τόνο περηφάνιας που χρωμάτιζε τη φωνή του. «Ποιο βραβείο ποίησης, τι λες;» έκανα με ειλικρινή απορία. «Δεν έστειλες ποιήματά σου στον διαγωνισμό ποίησης του Ιαπετού; Ο Οδυσσέας μου είπε πως είδε το φάκελο με τ’ όνομά σου και σου απένειμε το βραβείο χωρίς δεύτερη σκέψη, το άξιζες αβλεπί, όπως τόνισε χαρακτηριστικά». «Σοβαρά; Και τι άλλο σου ‘πε;» ρώτησα με προβοκατόρικη φωνή. «Πόσο καλά ήταν τα ποιήματά σου, “όαση στην έρημο” τ’ αποκάλεσε, κι ύστερα γκρίνιαζε για τη χαμηλή ποιότητα των περισσότερων απ’ τ’ άλλα, κι όλο επαναλάμβανε “πού χάθηκε η έμπνευση στη νέα γενιά;”  και τα τοιαύτα». «Ωραία και καλοσούσουμα όλα αυτά, όμως δεν έχω στείλει κανένα ποίημα σε κανένα διαγωνισμό, ούτε φυσικά έλαβα κάποιο βραβείο σε πληροφορώ» είπα εγώ σαρκαστικά. «Και τότε τι στα κομμάτια έγινε ρε Μανώλη; Πού πήγε το βραβείο;» έκανε κείνος σαστισμένος και κάπως απογοητευμένος. «Πού θες να ξέρω εγώ ρε πατέρα, σάματις με νοιάζει κιόλας; Κάποιο λάθος θα ‘καμε ο κυρ Οδυσσέας».

Τον χαιρέτησα και κλείσαμε. Έμεινα για λίγο να κοιτάζω μπερδεμένος στο κενό, όμως γρήγορα η εικόνα σχηματίστηκε ξεκάθαρη μπρος στα μάτια μου. Δεν χρειαζόταν να είμαι ο Ηρακλής Πουαρώ για να καταλάβω ποιος ήταν εκείνος που ‘χε στείλει ποιήματα στον διαγωνισμό και σε ποιον συνεπώνυμο είχε πάει το βραβείο. Άρχισα να γελάω μόνος μου, σαν παραλοϊσμένος, μ’ ένα γέλιο νευρικό κι ελαφρώς πικρό. Ένα βραβείο ποίησης που δεν ζήτησα, σ’ έναν διαγωνισμό στον οποίο δεν συμμετείχα, ούτε καν γνώριζα τίποτα γι’ αυτόν, μια διάκριση που δεν άξιζα – αφού την κέρδισα με μέσον, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να διαβάσουν τα ποιήματα που βράβευσαν –  η οποία από σπόντα κατέληξε να δοθεί σε κάποιον άλλον. Το σύμπαν είναι παρανοϊκό, καλά το λέει ο γερο-Άλιστερ. Είχα πολύ καιρό να διασκεδάσω έτσι αβίαστα με κάτι, πόσο μάλλον με μια τόσο περίτεχνη και καλοστημένη ειρωνεία του Χάους. «Πού θες να τη βρούμε την ποίηση οι νεώτεροι κυρ Οδυσσέα μου, όταν εσείς οι παλαιοί, οι εμπνευσμένοι κι οι φτασμένοι χαρίζετε στα δικά σας τα παιδιά βραβεία και διακρίσεις… αβλεπί;» Σιγά σιγά τα τραντάγματα των καγχασμών κοπάσανε και κατόρθωσα να ξαναβρώ την αναπνοή και την αυτοκυριαρχία μου.

Ύστερα θυμήθηκα το «Βραβείον Ποιήσεως του Μεγάλου Χάους» που είχα απονείμει – στ’ αστεία, όμως μέσα απ’ την καρδιά μου – στον Ιάσωνα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς κι οι σκέψεις μου τράβηξαν άλλο μονοπάτι. Στοχάστηκα πως τούτο το παράξενο συμβάν αποτελεί εκδήλωση Συμπαντικής Δικαιοσύνης, της Προσαρμογής, της Θεάς Μάατ των Αρχαίων Αιγυπτίων που ζυγιάζει σαν γύπας τα φτερά της στους Ουρανούς, που εμπρός της γονατίζουν Θεοί και Φαραώ. Τούτο το βραβείο, δεν το ‘χα ανάγκη, δεν είχε για μένα καμμία σημασία ή αξία, ούτε και θα αισθανόμουνα περήφανος για την κατάκτησή του. Αυτές τις δάφνες, κατά το παράδειγμα του Καζαντζάκη, θα τις είχα βάλει στο στιφάδο. Για τον Ιάσωνα ήταν ίσως το πιο μυριάκριβο δώρο που θα μπορούσε να ποθήσει, που θα τολμούσε να ευχηθεί. Το φάρμακό του, η περηφάνια του, το ίρτζι του, το έχος και το βιος του. Κείνος τώρα, δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα θα θεωρείται πια ως ποιητής και μάλιστα καταξιωμένος, με περγαμηνές. Γιατί όχι; Όλα σε τούτο το ντουνιά έχουν για κομπάσο το χαρτί, το πτυχίο, τη διάκριση· άμα τα ‘χεις αυτά, κανείς δεν ψάχνει αν διαθέτεις μαζί και το ταλέντο, αρκεί να κουβαλάς το ψώνιο. Ο Ιάσωνας τόλμησε να ζητήσει ένα Βραβείο Ποίησης και το Χάος του το ‘δωσε. Κι αν ήταν από κάποιον άλλον να το πάρει, τούτος αυτοδίκαια θα ‘πρεπε να ‘μουν εγώ, που του το είχα ήδη απονείμει, παραδέχτηκα δηλαδή κατά βάθος πως του άξιζε.

Όμως κι εγώ απ’ την πλευρά μου, έλαβα το αντίτιμό μου και μάλιστα τοις μετρητοίς, κείνη την ίδια μέρα, μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς που ‘χε ξεκινήσει σαν Μεγάλη Παρασκευή κι είχε τελειώσει σαν Πατρινός Καρνάβαλος. Ο μύθος θέλει τη θεά Μάατ να ζυγίζει στη φλωροζυγαριά της τις ψυχές των νεκρών, με αντίβαρο ένα φτερό. Αν η ψυχή είναι βαρύτερη, τότε εκπίπτει. Το αίσθημα ελαφρότητας κι ανάτασης που καζάντισα κείνο τ’ απομεσήμερο, ίσως και να μου ‘χε σώσει την ψυχή κι έτσι ξαναγεννήθηκα, έπειτα από έναν εσωτερικό θάνατο, όπου όλα μοιάζαν γκρίζα κι είχαν γκρίζα γεύση κι οσμή. Ο καθένας από ‘μας πήρε ό,τι είχε πιότερο ανάγκη, κείνο που ποθούσε και χρειαζόταν πάνω απ’ όλα. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, μοιάζει με τον μπακάλη, που αυτάρεσκα ζυγίζει ένα κιλό ζάχαρη, ενώ η Προσαρμογή, είναι η αναπλήρωση περίπλοκων συμπαντικών ρυθμών, όπως περίπου το έθεσε ο Άλιστερ Κρόουλυ, το ανευλαβές Θηρίον…

~~~~{}~~~~

Λίγες μέρες αργότερα, πέρασα και πάλι απ’ τον καφενέ του Γιάννη, για έναν καφέ και λίγο μασλάτι, πριν πάω να πιάσω δουλειά. «Κάτσε, σου ‘χω πράμα που σαλεύει», έκανε με την πρεμούρα του κουρέα του βασιλιά Μίδα, που ‘ξερε πως είχε αυτιά γαϊδάρου. «Τι έγινε δηλαδή;» είπα εγώ κάπως συγκρατημένα, γοδέροντας μια ρουφηξιά. «Ο Ιάσωνας ρε, κέρδισε βραβείο ποίησης, μου το ‘δειξε κιόλας, το πιστεύεις;» «Και γιατί να μην το πιστέψω δηλαδή, στο πηγάδι κατούρησε δαύτος;» έκανα χαμογελαστά. «Μα καλά έχεις ακούσει, έχεις διαβάσει κανένα ποίημα του Ιάσωνα ρε Μανώλη;» επέμεινε αυτός μ’ έναν τόνο χαβαλέ αγανάκτησης. «Πώς δεν έχω ακούσει…» «Και ποια είναι η γνώμη σου δηλαδή;» «Τι να σου πω μωρέ Γιάννη, ειλικρινά δεν μ’ ενθουσίασαν, όμως τι ξέρουμε εγώ κι εσύ από ποίηση καημένε; Εδώ μου λες ότι τον έκριναν ανθρώποι ειδικοί και του ‘δωσαν ολάκερο βραβείο». Η επίκληση στην αυθεντία, είχε απόλυτη επιτυχία. Άπαντες έχουν εκπαιδευτεί να παγώνουν στο άκουσμα της μαγικής λέξης «Ειδικός». «Ναι, δεν λέω, δίκιο έχεις κατά βάθος…» είπε με τη φωνή του να φανερώνει όχι πια ειρωνεία, αλλά έναν κάποιο σεβασμό, «… άλλωστε δεν λένε πως οι καλλιτέχνες είναι όλοι τους και λίγο… ζαβοί;» κατέληξε μ’ έναν τόνο αποδοχής κι εκλογίκευσης. Ήπια την τελευταία ρουφηξιά, πλήρωσα και γύρισα να φύγω. «Αν θέτε τώρα ξανακοροϊδέψτε τον έρμο τον Ιάσωνα κουφάλες…» είπα μέσα μου με περιπαικτικά σαρδόνια φωνή, και κατηφόρισα γελώντας για τη δουλειά…


Διαβάστε το κείμενο στο πρωτότυπο του στο
http://otto-great-chaos.blogspot.gr/2013/12/blog-post_31.html
Read More »

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Το χριστουγεννιάτικο χρέος: Μια πολιτικοοικονομική ανασκόπηση πριν το νέο έτος




Άνθρωποι καίγονται ζωντανοί στα σπίτια τους και αυτοί το λεν αιθαλομίχλη. Άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο στα σπίτι τους. Αυτοί το λεν κοινωνικό τιμολόγιο. Άνθρωποι διαλέγουν την πιο σύντομη έξοδο από την κρίση: Την έξοδο από τη ζωή. Αυτοί το λεν αδυναμία χαρακτήρα.
Άνθρωποι χάνουν πρώτα τη δουλειά τους και μετά τα σπίτια τους. Αυτοί το λεν πρωτογενές πλεόνασμα.
Όταν αναφέρεται κάποιος στο λαό είναι λαϊκιστής. Λογικό είναι. Όταν οι κυβερνώντες είναι τόσο σκανδαλωδώς ελιτιστές είναι σκανδαλώδες να αναφέρεσαι στο πόπολο.
Παππού Όργουελ, το New Speak είναι εδώ.
Ποτέ πριν δεν έχει υπάρξει ένας τέτοιος καταιγισμός πολιτικού ψεύδους: Τα λεφτά που υπάρχουν, η μη συγκυβέρνηση με το αμαρτωλό ΠΑΣΟΚ, το κόμμα της δραχμής, η αναδιαπραγμάτευση, το Success Story. Ποτέ πριν το New speak δεν έχει υπάρξει τόσο βρωμερό από την εποχή του αντικομουνιστικής υστερίας. Άλλωστε ούτε και η αντικομουνιστική υστερία απουσιάζει από τη φαρέτρα των ψεμάτων και των συκοφαντιών της κυβέρνησης.
Από την προεκλογική εξαπάτηση των μεγάλων συνθημάτων, η συγκυβέρνηση Σαμαρά Βενιζέλου Στουρνάρα έχει εγκαθιδρύσει μια τυποποιημένη βιομηχανία ψεύδους.
Με κύκλους μήνα περίπου, η ομάδα αλήθειας και τα μήντια εξαπολύουν και μια νέα προπαγάνδα  βραχείας διαρκείας καθώς δεν έχει κατασκευαστεί για να αντέχει απέναντι σε μια αδυσώπητη κοινωνική πραγματικότητα αλλά μονάχα για να αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη. Να κερδίζει χρόνο.
Και ο χρόνος είναι χρήμα.
Τα τελευταία 30 χρόνια δημιουργήθηκε μια νέα τάξη ανθρώπων στην Ελλάδα: Ένα κύκλωμα παρασίτων που πλουτίζουν άμεσα ή έμμεσα από τα δάνεια που παίρνει η ελληνική κυβέρνηση.
Για αυτό είναι και επιτακτική ανάγκη για αυτή τη νέα άρχουσα τάξη «επιχειρηματιών»  που φτιάχτηκε και συντηρεί, συντηρείται και εκπροσωπείται από την πολιτική τάξη των τελευταίων 30 ετών να μην κλείσει η στρόφιγγα του δανεισμού αλλά και της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Τα κανάλια είναι μέτοχοι αυτής της κομπίνας καθώς η χρηματοδότηση τους και η ύπαρξη τους που κάποτε εξαρτιόνταν από το διπλό μηχανισμό στήριξης των τραπεζιτών, τραπεζικά δάνεια+ τραπεζικές διαφημίσεις,  εξαρτώνται πλέον μόνο από τα δάνεια των τραπεζών οι οποίες,  αφού μέσω των μνημονιακών κυβερνήσεων τους έχουν πτωχεύσει την ελληνική κοινωνία, εξαρτώνται πλέον με τη σειρά τους από τα δάνεια από το εξωτερικό τα οποία πληρώνει ο στημένος σαν τη λεμονόκουπα ο μέσος Έλληνας φορολογούμενος.
Δεν πρόκειται παρά για μια τεράστια απάτη ύψους εκατοντάδων δισεκατομμυρίων μεταμφιεσμένη ως «πολιτική» και μάλιστα πολιτική σωτηρίας της χώρας. Βέβαια η μόνη χώρα που υπάρχει για αυτήν την παρασιτική ελίτ, είναι οι ίδιοι και οι περιουσίες τους.
Για την Ελλάδα ρε γαμιέστε.
Ποτέ πριν δεν υπήρξαν τόσο τοξικές και τόσο ταξικές κυβερνήσεις από την εποχή του εμφυλίου.
Τα θαύματα των μνημονικών κυβερνήσεων πραγματικά ίσως να μην έχουν ιστορικό προηγούμενο.
Βουλευτές της κυβέρνησης (το χω πει και το ξαναλέω- παρά τη διαρκή εναλλαγή κυβερνήσεων και πολιτικού προσωπικού, πρόκειται για μία κυβέρνηση σε διαφορετική στάδια της, μια ομοούσια μνημονιακή κυβέρνηση με διαφορετικά προσωπεία που επιβάλλει προσυμφωνημένες  «πολιτικές» σε διάφορα προσυμφωνημένα στάδια) κυκλοφορούν και λένε άνετα ότι η χώρα είχε χρεοκοπήσει.  
Άλλη μια ιστορική πρωτοτυπία! Μια χώρα όπου στελέχη της κυβέρνησης όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης αλλά και άλλοι δηλώνουν ανοιχτά  στους πολίτες της ότι έχει χρεοκοπήσει αλλά στο εξωτερικό ανοίγουν σαμπάνιες για τα επιτεύγματα της! Επιτεύγματα χωρίς ιστορικό προηγούμενο!
Τα παλιά καλά χρόνια η χρεωκοπία (αυτή είναι η πέμπτη μέχρι σήμερα ελληνική χρεωκοπία) σήμαινε αδυναμία εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους. Σήμαινε πάλι αυστηρή διεθνή επιτήρηση και κοινωνική καταστροφή. Οι εκπρόσωποι των δανειστών ερχόντουσαν, πλιατσικολουγούσαν, έπαιρναν ότι μπορούσαν να πάρουν και φεύγαν όταν η αναλογία πλιάτσικου και κόστους πλιάτσικου έπαυε να γίνεται τόσο ελκυστική. Αυτός είναι ο κλασσικός λόγος της όποιας αποαποκοιηποίησης: Οι αποικειοκράτες φεύγουν συνήθως όχι ακριβώς γιατί οι λαοί τους «πετάνε με τις κλωτσιές» αλλά γιατί οι κοινωνικές αντιδράσεις και η ένοπλη ή μη αντίσταση παγώνει τους μηχανισμούς και η αναλογία οφέλους/κόστους βαίνει προς αρνητικό πρόσημο.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στα δικά μας. Παλαιότερα, οι διεθνείς ακρίδες βουτούσαν ότι μπορούσαν και μας άφηναν στην ησυχία μας. Μετά από τις μεγάλες κοινωνικές καταστροφές και την ύφεση, το ελληνικό δαιμόνιο μπορούσε να ξαναδημιουργήσει πλούτο μέσα από τις στάχτες.
Και εδώ έγκειται το ζουμί της πρωτοτυπίας: Οι δανειστές αυτή τη φορά δεν μας επέτρεψαν να πτωχεύσουμε παρότι βρισκόμαστε σε διαρκή κατάσταση πτώχευσης. Γιατί αυτή τη φορά η χρεωκοπία δεν είναι άτακτη αλλά ελεγχόμενη και σταδιοποιημένη και οι μηχανισμοί διεθνούς επιτήρησης, οι μπράβοι των δανειστών δηλαδή, είναι μόνιμοι. Είναι εδώ για να μείνουν.
Έτσι λοιπόν οι μνημονιακές κυβερνήσεις αντί να δηλώσουν αδυναμία στάσης πληρωμών στους δανειστές κάνουν σταδιακή στάση σε οντότητες του εσωτερικού: Σε όλες τις επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στην κομματοδίαιτη παρασιτική ελίτ και σε όλους τους πολίτες πλην της παρασιτικής πλουτοκρατίας.
Για αυτό και αυτή η κυβέρνηση (μιλάμε για την ίδια κυβέρνηση στα σκοπούμενα της από το 2009) είναι η πιο ταξική από την εποχή του εμφυλίου.
Ο στόχος της, ο μόνος στόχος της είναι να κρατηθεί ο δανεισμός ανοιχτός για να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτόν η παρασιτική ελίτ και να υπεξαιρεί από αυτόν ποσά με διάφορους άμεσους και έμμεσους τρόπους: για αυτό και μια σμικρότατη μερίδα του πληθυσμού, η ελίτ, εξακολουθεί να πλουτίζει. Γιατί τα ποσά του δανεισμού είναι τόσο υπέρογκα που μπορούν να βουτάν έστω μικρό τμήμα αυτών των δυσθεώρητων ποσών.
Με αυτές τις πρακτικές και χωρίς πραγματικό κούρεμα χρέους που θα το φορτωθούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι (όπως φορτωθήκαμε εμείς το κυβερνητικό χρέος), η Ελλάδα θα παραμείνει στην ύφεση για πάντα καθώς οι μηχανισμοί «στήριξης» (δηλαδή οι μηχανισμοί εξυπηρέτησης χρέους) είναι μόνιμοι και όχι εποχιακοί.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κάθε μέρα που κερδίζουν αυτές οι κυβερνήσεις είναι κέρδος για τις ντόπιες και τις διεθνείς ελίτ: Οι ξένοι εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση του χρέους και επιβλέπουν των κοινωνικών καταστροφών και την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους που είναι προαπαιτούμενο για να διατηρηθεί η στρόφιγγα του δανεισμού ανοιχτή, οι ελληνικές ελίτ πίνουν παχιές σταγόνες από τη βρύση του δανεισμού και όλο αυτό το συμπόσιο των ελίτ γίνεται με το αίμα του ελληνικού λαού.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: δεν θα μιλήσουμε για τους δείκτες  κοινωνικής καταστροφής που σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη κατάσταση συγκρίνονται και μάλλον υπερβαίνουν αυτούς του Β’ παγκοσμίου πολέμου αλλά για τους μακροοικονομικούς αριθμούς.
 Μέσα σε μια τριετία η χώρα δανείστηκε περισσότερα από 210 δισεκατομμύρια ευρώ. 210 δισεκατομμύρια ευρώ! Αυτά δεν είναι δημόσιο χρέος. Δεν είναι δημόσιο. Είναι κυβερνητικό χρέος. Η κυβέρνηση σας υποχρέωσε να δανειστείτε ο καθένας από εσάς 21000 ευρώ μέσα σε 3 χρόνια και σας υποχρεώνει να τα πληρώσετε, άμεσα και έμμεσα για να καλύψει παλιά και νέα χρέη της:
Από το δυσθεώρητο δανεισμό που λίγα ιστορικά προηγούμενα έχει και που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του χρέους που είχε η χώρα το 2010 (ναι κυρίες και κύριοι, η κυβέρνηση δανείστηκε μέσα σε 3 χρόνια τα 2/3 χρέους που το ελληνικό κράτος συσσώρευσε από γεννησιμιού του), περίπου τα μισά, 100 δισεκατομμύρια πήγαν στην πληρωμή τόκων και τοκοχρεολυσίων. Μέσα σε τρία χρόνια, η Ελλάδα πλήρωσε σε τόκους και τοκοχρεολύσια το ένα τρίτο περίπου του συνολικού της χρέους.    
Οπότε οι δανειστές μας άφησαν 100 δις για να καλύψουμε τις εσωτερικές μας ανάγκες;
Όχι βέβαια. 46 δις ήταν η ελληνική συμμετοχή στη συμφωνία ανταλλαγής ομολόγων που ονομάστηκε παραπλανητικά «κούρεμα» με το οποίο υποτιθέμενα «απομειώθηκε» το ελληνικό χρέος κατά 120 δις. 120 – 46= 74 δις. 74 δις ελάφρυνση χρέους; Όχι βέβαια. Γιατί το PSI προέβλεπε τα 48 δις που χάσαν οι ελληνικές τράπεζες που τα 2010 αγόραζαν (σκόπιμα) ελληνικά ομόλογα (εικάζουμε στο ακέραιο τις τιμής τους όταν κερδοσκόποι λίγο μετά τα αγόραζαν στο 10% τις τιμής τους στη δευτερογενή αγορά) που γνωρίζαν ότι σύντομα θα γινόντουσαν σκουπίδια, αυτά τα 48 δις θα αποζημιώνονταν λοιπόν από το ελληνικό κράτος.
Με άλλα λόγια η κυβέρνηση επέβαλε στον καθένα (και στα παιδιά σας και στη γιαγιά σας. Όταν λέμε στον καθένα από εσάς εννοούμε όλους) από εσάς να πάρετε δάνειο 5000 ευρώ και να το δώσετε στις ελληνικές τράπεζες χωρίς οι τράπεζες να έχουν καμία υποχρέωση και δέσμευση απέναντι σας. Μια τέλεια ληστεία από τις τράπεζες αυτή τη φορά με ληστές την ελληνική κυβέρνηση.
Η «ανακεφαλαίωση» λοιπόν των τραπεζών, δηλαδή η ληστεία των Ελλήνων φορολογουμένων και το έμμεσο κούρεμα όλων των μικροκαταθέσεων ήταν προσυμφωνημένο του PSI. Γι’ αυτό και όταν έφτασε η ώρα της Ευρωπαϊκής Συνόδου του 2012 στις Βρυξέλλες όπου συμφωνήθηκε, έστω προσωρινά, η ανακεφαλαίωση του τραπεζικού συστήματος της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας να μην περνάει στο δημόσιο χρέος και να παραμείνει διατραπεζικό θέμα, την Ελλάδα τότε είχε εκπροσωπήσει ο αχυροπρόεδρος Παπούλιας καθώς ο προοριζόμενος για υπουργός οικονομικών Βασίλης Ράπανος αρρώστησε αιφνιδίως και δεν ορκίστηκε ποτέ αφήνοντας το υπουργείο οικονομικών ακέφαλο για τις κρίσιμες μέρες της συνόδου ενώ ο νεοεκλεχθής πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έπαθε αιφνίδια αποκόλληση αμφιβληστροειδούς σε ένα πρόβλημα που είχε εμφανιστεί και προεκλογικά.
Τι βολικό! Να απέχει ουσιαστικά διαπραγματευτής εκ μέρους της ελληνικής πλευράς σε μια σύνοδο κορυφής για την ανακεφαλαίωση των τραπεζών του ευρωπαϊκού νότου με την εξαίρεση της Ελλάδας η οποία λίγο καιρό πριν είχε υπογράψει τη συμφωνία που επέβαλε την εγγραφή της ανακεφαλαίωσης των ελληνικών τραπεζών στο ελληνικό χρέος.
Το Σαμαρά δεν του βγήκε το μάτι. Του βγήκε το όνομα. (τα χαμε περιγράψει και τότε).
Μια ακόμη πολιτική πουστιά με σπάνια ιστορικά προηγούμενα. 
Για να δούμε τώρα τα νούμερα των τελευταίων τριών ετών: Ας δούμε τι κούρεμα είχαμε από το PSI: 120 δις «κούρεμα» - 46 δις η ελληνική συμμετοχή στο PSI- 48 δις η τραπεζική ανακεφαλαίωση που εγγράφηκε στο ελληνικό χρέος=  σύνολο 24 δις, το ένα δωδέκατο του ελληνικού χρέους.
Άλλη μια ιστορική πρωτιά δίχως προηγούμενο: κούρεμα 2 πέμπτων να γίνεται κούρεμα του ενός δωδεκάτου.
Ουσιαστικά η συμφωνία PSI μετακύλησε το κυβερνητικό χρέος σε κατόχους ομολόγων του εσωτερικού, στα ασφαλιστικά ταμεία και σε άλλους οργανισμούς δημοσίου και σε Έλληνες μικρομολογιούχους τους οποίους και δραστικά στέγνωσε.  Μια ακόμη αφαίμαξη του δημοσίου και των πολιτών για να εξυπηρετηθούν οι δανειστές.
Το πραγματικό όφελος των 24 δις του PSI εξανεμίστηκε μέσα σε μήνες κάτω από τις τεράστιες δανειακές υποχρεώσεις. 24 δις εξαφανίστηκαν μέσα σε μήνες. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών υποτιθέμενα «διαχείρισης χρέους» είναι το 2013 το κυβερνητικό χρέος να είναι 323 δις, μεγαλύτερο κατά 20 δις από το 2010 και η αναλογία του διαρκώς διογκούμενου κυβερνητικού χρέους προς το διαρκώς συρρικνούμενο  ΑΕΠ να προσεγγίζει το 178%, χρέος αμετάκλητα μη βιώσιμο. Όπως περιέγραψε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής , ανεξάρτητο όργανο: «Μόνο για χρεολύσια, οι απαιτήσεις τα επόμενα χρόνια ανέρχονται σε 70,5 δισ. (2014-2020)… Το χρέος θα παραμείνει ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική οικονομία…  το 2014 η χώρα είναι σε χειρότερη θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του χρέους αφού έχει καταρρεύσει η παραγωγική της βάση»».
Γιατί τόση απαισιοδοξία; Γιατί αυτή είναι η αδυσώπητα πραγματικότητα: Οι μνημονιακές κυβερνήσεις έχουν σαν μόνο στόχο την εξυπηρέτηση των δανειστών που επιτρέπουν την ροή δανείων στην χώρα, μικρό συγκριτικά μέρος των οποίων αλλά τεράστιο κατά απόλυτους αριθμούς καθώς μιλάμε για δάνεια μαμούθ, υποκλέπτει η παρασιτική ελληνική πλουτοκρατία.
Όσο για την κοινωνία; Είπαμε: το κυβερνητικό χρέος μετατρέπεται σε δημόσιο και κατά συνέπεια σε ιδιωτικό του κάθε μέσου φορολογούμενου. Για να δούμε τι σου έχουν μείνει από τα δανεικά που η μνημονιακή κυβέρνηση σου επέβαλε να πάρεις για να «καλύψεις τις ανάγκες σου»:
Έχουμε και λέμε: 210 πήρες δανεικά -100 δις τόκων και τοκοχρεολυσίων (σύμφωνα με την Ναυτεμπορική) – 46 δις η ελληνική συμμετοχή στο PSI – 48 δις η τραπεζική ανακεφαλαίωση που εγγράφηκε στο ελληνικό χρέος= 12 μόλις δις σε τρία χρόνια.
Βγάλε από αυτά αυτά που η Τρόικα βάζει την ελληνική κυβέρνηση να πληρώνει σε οίκους αξιολόγησης και σε δικηγορικά γραφεία είσαι κοντά στα 11.
Και βγάλε από αυτά το μισό δις επιπλέον χρέους που δημιουργήθηκε σε μια μέρα από την αναπροσαρμογή των ισοτιμιών μεταξύ Ευρώ και SDR (η μονάδα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ).
Όπως αποκάλυψε αποκλειστικά το Olympia, η ελληνική κυβέρνηση χρωστούσε στο ΔΝΤ περίπου 24 δις, στις 30 Ιουλίου του 2013,. Την επόμενη μέρα και μετά την μηνιαία αναπροσαρμογή των ισοτιμιών με κάποιους άγνωστους σε εμάς μηχανισμούς και κριτήρια κάνει το ΔΝΤ, το χρέος ανέβηκε στα 24,5 δις.
Μετά την αναπροσαρμογή των ισοτιμιών, στις 16 Αυγούστου του 2012, η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στο υπουργείο οικονομικών ότι κατέθεσε 19 εκατομμύρια από λογαριασμό που το Ελληνικό δημόσιο είχε σε αυτήν για να τοποθετήσει σε λογαριασμούς που το ΔΝΤ είχε σε αυτή, για να καλύψει τις υποχρεώσεις που προέκυπταν για την Ελλάδα ως μέλος του ΔΝΤ από την αλλαγή των ισοτιμιών που έκανε το ΔΝΤ.
Και ας υποθέσουμε ότι αυτά τα λεφτά επιστράφηκαν με κάποια ανάστροφη μεταβολή των ισοτιμιών (ας το υποθέσουμε γιατί δεν ξέρουμε πως λειτουργεί η τραπεζοκρατία πέρα από το ότι λειτουργεί κεκλισμένων των θυρών).
Δεν είναι μόνο αυτές οι υποχρεώσεις της Ελλάδας ως μέλους και άρα χρηματοδότη του ΔΝΤ. Πέρα από τις υποχρεώσεις της ως δανειστή, η Ελλάδα ως μέλος και μαζί της και οι άλλες χώρες που χτυπήθηκαν από την Ευρωπαϊκή κρίση οφείλουν να συμφωνήσουν να χρηματοδοτήσουν μαζί με τα άλλα μέλη την αύξηση κατά 550 δις των δανείσιμων κεφαλαίων του ΔΝΤ που προσυμφωνήθηκε ήδη από το 2009. Το μερτικό που πρέπει να δώσει η Ελλάδα ως κράτος μέλος στο ΔΝΤ που «σώζει χώρες από οικονομικές κρίσεις» υπερχρεώνοντας τους, είναι πάνω από 2 δις! Και να μην ξεχνάμε και τις συμβουλευτικές του υπηρεσίες που από τις 2007 to ΔΝΤ τις χρεώνει σε υποψήφια θύματα του.
Πόσο μας περισσέψανε για τις δικές μας ανάγκες από αυτά που δανειστήκαμε; Μη βιάζεστε.
Γιατί υπάρχουν και άλλες παρενέργειες του PSI: οι ιδιώτες που δεν συμφωνήσαν στη συμφωνία ανταλλαγής ομολόγων όπως η πιο εκτεθειμένη σε τοξικά προϊόντα ευρωπαϊκή τράπεζα Deutsche Bank που παρότι έκανε πλάτες στον ΓΑΠ φαίνεται να κράτησε ελληνικά ομόλογα από την εποχή Σημίτη και να διεκδικεί στο ακέραιο την αποπληρωμή τους (εδώ), οι κερδοσκόποι που πήραν ελληνικά ομόλογα κοψοχρονιάς από τη δευτερογενή αγορά και τα πληρώνονται στο ακέραιο (όπως ο Kenneth Dart)  ή επιδιώκουν να τα πληρωθούν στο ακέραιο όπως ο μέτοχος πλέον της τράπεζας Πειραιώς Daniel Loeb.
Όλα αυτά μαζί είναι μερικά δις.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτά περιλαμβάνονται στο ελληνικό χρέος ούτως ή άλλως:
Ωραία, μας μείναν μια χούφτα δις για τις ανάγκες ενός κράτους που υποτιθέμενα δεν μπορούσε να καλύψει από μόνο του τις ανάγκες και για αυτό κατέφυγε σε μηχανισμό στήριξης.
Βγάλε από αυτά τα 15 δις «για την κάλυψη άλλων δαπανών του προϋπολογισμού, εκ των οποίων και κατά προτεραιότητα εξοφλήθηκαν οφειλές στρατιωτικών εξοπλισμών» είσαι στα μείον. Δεν έχουν μπει παρά ψίχουλα από τα δανεικά για τις δικές σου ανάγκες.
Τι έχεις πληρώσει αυτά τα τρία χρόνια τώρα είτε είσαι παιδί ενήλικας ή γέρος;  100 δις – 28 δις η πραγματική ελάφρυνση από το PSI (χαριστικά το βάζουμε για να μην είμαστε κακοί), 72 δις, ήτοι 7200 ευρώ το κεφάλι.  Και μπορεί να σου φαίνεται λίγο αλλά είπαμε είναι κατά κεφάλι. Αν είσαι τετραμελής οικογένεια έχεις πληρώσει οικογενειακά 28800 σε δάνεια που η κυβέρνηση σου χρεώνει καταναγκαστικά.
Και τι σου μένει να πληρώσεις; 330 δις, ήτοι 33.000 το κεφάλι. Για μια τετραμελή οικογένεια αυτό αντιστοιχεί σε 131.000 ευρώ.
Άντε ας ξεπουλήσουμε και όλη τη δημόσια περιουσία σε καλές τιμές κιόλας που φτάνουν τα 50 συνολικά δις. Τότε θα έχεις να πληρώσεις σαν οικογένεια μόλις 111000 ευρώ, σε μια κοινωνία με τον ένα στους τρεις άνεργους και με μια οικονομία σε ρίκνωση. 
Σπάνια τα ιστορικά προηγούμενα.
Για να πάμε τώρα στα 15 δις για την κάλυψη άλλων δαπανών του προϋπολογισμού και στα εξοπλιστικά. Αυτά πάλι είναι λεφτά που πάνε κυρίως στο εξωτερικό,  λεφτά τύπου υποβρυχίων, Siemens και άλλων μιζαδόρων.
Αλλά ας μείνουμε στα εξοπλιστικά: Ο Αντώνης Κάντας ήταν ο αναπληρωτής διευθυντής εξοπλισμών από το 1995-2001, τρίτος τη τάξει μετά τον διευθυντή και τον υπουργό, τον αγέρωχο Άκη. Ο τρίτος την τάξη έπαιρνε 0,5% μίζα για κάθε εξοπλιστική συμφωνία που υπέγραφε. 14 μύρια μαζεύτηκαν σε προσωπικό του λογαριασμό του.  0,5% για το Νούμερο 3.
Αυτά την εποχή Σημίτη, του εκσυχρονιστή που θεμελίωση τη σύγχρονη μορφή της τραπεζοκρατίας-κλεπτοκρατίας στην Ελλάδα, του μακροβιότερου και του μοναδικού πρωθυπουργού που κυβέρνησε χωρίς αντιπολίτευση την εποχή που τα μαύρα αμερικάνικα λεφτά σε πολιτικούς και δημοσιογράφους μετατράπηκαν σε μαύρα γερμανικά λεφτά από στενούς του συνεργάτες όπως ο Τσουκάτος ή υπουργούς του όπως ο Μαντέλης, του ανθρώπου που κατά τη διάρκεια της θητείας του οι βασικοί επικριτές του που είχαν δημόσιο λόγο όπως η Μαλβίνα Κάραλη, ο Βασίλης Ραφαηλίδης και ο Τάκης ο Παππάς διώχθηκαν ή σπιλώθηκαν. Και οι τρεις τους πέθαναν πριν προλάβουν να δουν τη χώρα με άλλο πρωθυπουργό.
Η περίπτωση του Κάντα λέει πολλά για το πώς οι Σοσιαληστές υπονόμευσαν τη χώρα:
Για τον Κάντα στήθηκε ένα είδωλο: Καθηγητής Οικονομικών στο ΑΠΘ, τεχνοκράτης που έγραψε βιβλίο για τα εξοπλιστικά, πίσω από το θεαθήναι όμως ο Κάντας ήταν απλά ένας μιζαδόρος.  
Και δεν ήταν ο μόνος.
Οι μεταπολιτευτικές ελληνικές ελίτ στηρίχτηκαν στην βαριά τους βιομηχανία. Και αυτή ήταν η βιομηχανία των σκανδάλων, των φωτογραφικών αναθέσεων και των κρατικοδίαιτων ολιγοπωλίων.
Δεν μιλάμε απλά για φοροδιαφυγή αλλά για υπεξαίρεση και μίζες. Μιλάμε για άμεση και έμμεση κλοπή δημοσίου χρήματος.
Και τώρα που το δημόσιο χρήμα τελειώνει κάτω από την πίεση των δανειστών, μόνο από τα δάνεια μπορούν να συνεχίσουν να πλουτίζουν παρασιτικά οι βρωμερές ελίτ αυτής της χώρας.
Η Ελλάδα έγινε πλυντήριο και βιομηχανία και σταθμός μαύρου χρήματος το οποίο εγώ προσωπικά εκτιμώ πως είναι πολύ παραπάνω από το συνολικό κυβερνητικό χρέος.
Εκατοντάδες  δις ευρώ βρίσκονται αποθησαυρισμένο μέσα σε πιο ασφαλή και αδιαφανή κυκλώματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ελάχιστα από αυτά μπορούν να επαναπατριστούν μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας τραπεζοκρατίας. Αλλά αυτά τα ελάχιστα είναι μερικά δις, καθόλου ευκαταφρόνητα μπροστά στο μέγεθος της ελληνικής απόγνωσης. Αντί αυτού, οι μνημονιακοί πετάνε και άλλο από το βιός των πολιτών στην ατέρμονη δίνη χρέους και στην μηχανή του κιμά του δανεισμού για να μπορούν οι ελίτ να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε ξένα λεφτά που τα πληρώνουμε με το βιός μας.  
Το ίδιο το ευρωκοινοβούλιο σε προσχέδιο αναφοράς του που διερευνά το ρόλο και τη δράση της Τρόικας στις υπό κρίση Ευρωχώρες, θέτει τα ζητήματα της αύξησης της ανισοκατανομής πλούτου σε αυτές, της αύξησης της ανεργίας, της αύξησης  του λόγου ΑΕΠ/χρέους, της περικοπής κοινωνικών δαπανών με επιπτώσεις στην υγεία και την ασφάλεια των πολιτών. Και αυτό σε διαφορετικούς βαθμούς συνέβησαν και στις τέσσερις χώρες.
Αναφέρεται επίσης στην αδιαφάνεια της Τρόικα, στο γεγονός ότι τα προγράμματα της δεν δεσμεύονται από τον Καταστατική Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, στις στατιστικές απάτες των ελληνικών κυβερνήσεων.
Αλλά το Ευρωκοινοβούλιο έχει καθυστερήσει επιδεικτικά και ο  χρόνος είναι χρήμα. Η διαχείριση χρέους παράγει κέρδος. Παράγει κέρδος για το ΔΝΤ, τη Βlackrock, τον Paulson, τον Soros, τους γερμανούς, τις αμερικάνικες και  ισραηλινές εταιρίες ενέργειας, τον Μπόμπολα και το Μελισσανίδη. Ο χρόνος είναι χρήμα. Για αυτό και βασικό μέλημα των μνημονιακών κυβερνήσεων είναι να κλέψουν χρόνο. Γιατί μαζί με αυτό κλέβουν και χρήμα. Και εγκαθιστούν μη αντιστρεπτές συνθήκες προλεταριοποίησης των πρώην πολιτών.


Ο χρόνος είναι χρήμα.
Και ο καινούριος χρόνος πάλι χρήμα θα είναι. Για τους λίγους: Γιατί για τους πολλούς θα είναι πόρκα μιζέρια.
 

Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogspot.gr,  Παραμονή Χριστουγέννων 2013
Read More »